Το Νησί των Λησμονημένων Σπιθών
Το Νησί των Λησμονημένων Σπιθών
Απο την Λιλικα Αρνακη
Κάποτε, σε έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και ζωντάνια, υπήρχε ένα μικρό, λαμπερό νησί, το Νησί των Αστεριών.
Κάθε κάτοικος του νησιού είχε μέσα του μια μικρή, αστραφτερή σπίθα. Αυτή η σπίθα ήταν η πηγή της χαράς του, της δημιουργικότητάς του, της ελπίδας του.
Όταν κάποιος ένιωθε χαρούμενος, η σπίθα του φώτιζε πιο δυνατά. Όταν δημιουργούσε, έστελνε ακτίνες φωτός στον ουρανό.
Όμως, σιγά σιγά, άρχισε να εμφανίζεται μια παράξενη ομίχλη.
Ήταν η Ομίχλη της Αποθάρρυνσης. Ξεκίνησε σαν ένας ψίθυρος, μια μικρή σκιά, που έλεγε στους κατοίκους: «Δεν είσαι αρκετός», «Δεν μπορείς να το κάνεις», «Τι νόημα έχει;». Κάθε φορά που κάποιος άκουγε αυτούς τους ψιθύρους και τους πίστευε, η σπίθα του θαμπωνε.
Γινόταν όλο και πιο μικρή, πιο αδύναμη, μέχρι που μερικές φορές έσβηνε εντελώς.
Το Νησί των Αστεριών άρχισε να αλλάζει.
Οι άνθρωποι δεν τραγουδούσαν πια, δεν ζωγράφιζαν, δεν γελούσαν τόσο δυνατά.
Οι σπίθες τους ήταν τόσο αδύναμες που το νησί έμοιαζε πλέον με το Νησί των Λησμονημένων Σπιθών.
Κανείς δεν ήξερε πώς να διώξει την ομίχλη.
Μια μέρα, ένα μικρό κορίτσι, η Ήριννα, ένιωσε τη δική της σπίθα να τρεμοπαίζει επικίνδυνα.
Είχε προσπαθήσει να φτιάξει ένα πύργο από άμμο, αλλά αυτός γκρεμίστηκε ξανά και ξανά. «Δεν είμαι καλή», ψιθύρισε η Ομίχλη.
Η Ήριννα, όμως, είχε ακούσει μια ιστορία από τη γιαγιά της, για την εποχή που το νησί έλαμπε.
Είχε πει ότι η σπίθα τρέφεται με κάτι πολύ δυνατό: την επιμονή και την ελπίδα.
Η Ήριννα, αντί να παρατήσει τον πύργο, πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θα το ξαναπροσπαθήσω», είπε, όχι στον εαυτό της, αλλά στην ομίχλη.
Ξαναχτισε τον πύργο, αυτή τη φορά πιο προσεκτικά.
Όταν τελείωσε, ήταν μικρός και στραβός, αλλά στεκόταν! Μια μικρή λάμψη, μόλις ορατή, εμφανίστηκε στη σπίθα της.
Την επόμενη μέρα, η Ήριννα αποφάσισε να μοιραστεί αυτό που είχε μάθει. Πήγε σε έναν ηλικιωμένο άνδρα που η σπίθα του είχε σχεδόν σβήσει. «Κύριε,» είπε, «η σπίθα σας δεν έχει σβήσει.
Είναι κρυμμένη. Θυμηθείτε κάτι που σας έκανε χαρούμενο.» Ο άνδρας θυμήθηκε ένα παλιό τραγούδι που συνήθιζε να σφυρίζει.
Άρχισε να σφυρίζει δειλά, και μια μικροσκοπική λάμψη εμφανίστηκε στη δική του σπίθα.
Σιγά σιγά, η Ήριννα περπάτησε σε όλο το νησί.
Δεν προσπαθούσε να διώξει την ομίχλη με δύναμη. Απλά υπενθύμιζε στους ανθρώπους ότι η σπίθα τους ήταν ακόμα εκεί, έστω και αν θαμπή.
Τους ενθάρρυνε να κάνουν κάτι μικρό, κάτι που κάποτε αγαπούσαν, έστω και ένα μόνο βήμα.
Κάθε φορά που κάποιος το έκανε, η σπίθα του φώτιζε λίγο.
Και τότε έγινε κάτι μαγικό. Καθώς όλο και περισσότερες σπίθες άρχισαν να λάμπουν, έστω και λίγο, το φως τους ενώθηκε.
Η Ομίχλη της Αποθάρρυνσης, που τρεφόταν από τη σιωπή και τη λήθη, άρχισε να υποχωρεί.
Δεν μπορούσε να αντέξει το φως της επιμονής, της αλληλεγγύης και της αναγνώρισης της εσωτερικής δύναμης.
Το Νησί των Λησμονημένων Σπιθών έγινε ξανά το Νησί των Αστεριών.
Και θυμόντουσαν όλοι, ότι ακόμα και η πιο μικρή σπίθα, όταν την τρέφεις με επιμονή και την μοιράζεσαι, μπορεί να διώξει και την πιο παχιά ομίχλη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου